Οι «βασικές» γυναίκες

Εδώ και λίγο καιρό μια καινούρια διάκριση ανάμεσα στις γυναίκες έχει κατακλύσει το καθημερινό λεξιλόγιο και έχει αναδειχθεί ως βολικός όρος στην χρήση των social media. Πρόκειται για την έννοια της «βασικής/basic» γυναίκας, μια επικριτική περιγραφή των γυναικών που προσδιορίζουν τον τρόπο ζωής τους, τα ενδιαφέροντα και τα λεγόμενα τους σε ένα μάλλον περιοριστικό πλαίσιο που περιλαμβάνει αποκλειστικά τις προσωπικές και σεξουαλικές τους σχέσεις, τη διασκέδασή τους και την εργαλειακού χαρακτήρα επαφή με την εργασία τους.

Χωρίς πολλές περιστροφές, η όλη υπόθεση αφορά αυτό που στην αγγλοσαξονική κουλτούρα ονομάζουν the same old story. Πιο συγκεκριμένα, μια κατάσταση, ένας διαχωρισμός που θα μπορούσε να αφορά με ακριβώς την ίδια λογική και τους άνδρες, αποτελεί χλευασμό και απαξίωση μόνο στην περίπτωση των γυναικών. Ίσα ίσα, που στην περίπτωση των ανδρών μπορεί να συνιστά και εγκωμιασμό σε πολλές περιπτώσεις, αφού ο basic άνδρας «έχει τη δουλίτσα του, κοιτά να περνά καλά και πολύ σωστά κάνει».

Εννοείται πως η αποκλειστική περιχαράκωση στο μικρόκοσμό μας και η μυωπική επιλογή ενός βαθιά ατομοκεντρικού τρόπου ζωής είναι κατακριτέα στο βαθμό που μια τέτοια στάση είναι αντικοινωνική. Αντικοινωνική με την έννοια ότι δεν συμβάλλει στη δύσκολη πορεία να καλυτερεύσουν οι συνθήκες ζωής για το σύνολο των ανθρώπων που ζουν σε μια κοινωνία. Άλλο αυτό όμως που έτσι και αλλιώς αφορά και τα δυο φύλα, και άλλο πράγμα η πρόθεση να στηλιτευθεί μια μεγάλη μερίδα γυναικών που μια σειρά από σύνθετους λόγους και παράγοντες τις έχει οδηγήσει να επιλέξουν έναν «πιο απλοϊκό» τρόπο ζωής σε σχέση με την πολυπλοκότητα των σύγχρονων κοινωνιών.

Για την ακρίβεια, η πρόθεση για αποδοκιμασία των εν λόγω γυναικών αφορά συχνά τον ίδιο τον πυρήνα της ύπαρξής τους, με την έννοια ότι η απλοϊκότητα που παρουσιάζουν στην αντίληψή τους για τον κόσμο είναι αποτέλεσμα των μειωμένων δυνατοτήτων τους για σκέψη. Σε αυτή την περίπτωση, έχουμε μια ανούσια νεο-ελιτίστικη άποψη ότι αυτές είναι οι «χαζές», οι βασικές δηλαδή, και όλες οι άλλες είμαστε κάτι διαφορετικό, κάτι «πιο σωστό».

Βέβαια, δεν είναι κάθε εκφορά του όρου «βασική/basic» τόσο αρνητικά φορτισμένη. Υπάρχουν προφανώς και χρήσεις που θέλουν απλώς να αποδώσουν περιγραφικά σε μια σύγκριση το εύρος των ενδιαφερόντων και αντίστοιχα των προσδοκιών για μια προσωπική σχέση με έναν όρο που γίνεται πια εύκολα κατανοητός ως σημασία. Όμως πέρα από το ζήτημα των δύο μέτρων και δύο σταθμών (double standards) ανάμεσα στα δύο φύλα που προαναφέρθηκε, η χρήση μιας ακόμα λέξης για ακόμα ένα μειωτικό διαχωρισμό των γυναικών σε «καλές και κακές» δεν προσφέρει και πάρα πολλά. Ειδικά σε μια κοινωνική κατάσταση όπου το να είσαι γυναίκα και να «συμμορφώνεσαι» με τις απαιτήσεις που αυτό συνεπάγεται είναι κάτι πάρα πολύ δύσκολο.

Και όλα αυτά, πάντα με την επισήμανση ότι κανένας όρος δεν είναι από μόνος του κατακριτέος, αλλά σχετίζεται με το πώς, γιατί και σε ποιο πλαίσιο θα χρησιμοποιηθεί. Είναι σαφές ότι οι λέξεις δεν είναι προβληματικές αυτές καθαυτές. Προβληματικό είναι το συνολικό κοινωνικό περιβάλλον που συνεχίζει να αναπαράγει στερεότυπα, ανισότητες και αποπροσανατολιστικούς διαχωρισμούς.