Η φεμινιστική ανάγκη

Κατά τις τελευταίες δεκαετίες ο φεμινισμός συνολικά ως κίνημα προσπάθησε να άρει αντινομίες και ανισότητες, αλλά και να επαναπροσδιορίσει την κατανόηση της υποκειμενικότητας των γυναικών. Σε αυτό το πλαίσιο, αναδεικνύεται το αίτημα οι όποιες φεμινιστικές πολιτικές και οι εννοιολογικές εκλεπτύνσεις και διασαφηνίσεις να μην είναι αλληλοαναιρούμενες κατηγορίες. Στο βαθμό που ο φεμινιστικά προσανατολισμένος επιστημονικός λόγος έχει συμβάλλει στην κατασκευή των εννοιών και των νοημάτων στο ευρύτερο δημόσιο διάλογο, έχει ιδιαίτερη σημασία η γενικότερη επισήμανση ότι η πνευματική και επιστημονική εργασία κάποιου είναι «κενή περιεχομένου» εάν δεν συνοδεύεται από μια πολιτική και κοινωνική στάση που δεν μπορεί να διαχωριστεί από την καθημερινή ζωή. Πρόκειται για μια προσέγγιση που πραγματώνει το πρόταγμα της ατομικής λογοδοσίας στο πλαίσιο της αναγκαίας κοινωνικής υπευθυνότητας που πρέπει να χαρακτηρίζει, σε τελευταία ανάλυση, κάθε ιδιότητα του πολίτη.

Επιπρόσθετα, μια τέτοια προσέγγιση που συνδέει το ατομικό με το γενικό σε μια ευρύτερη οπτική ξεφεύγει και από τα στενά δεσμά της κλασσικής φεμινιστικής σκέψης. Για παράδειγμα, η πολιτικοποίηση του προσωπικού μπορεί να αξιοποιήθηκε ως ρητορικό εργαλείο από τις φεμινίστριες για την ανάδειξη θεμάτων όπως η σεξουαλική παρενόχληση και η βία μέσα στο σπίτι, είχε και αρνητικές επιπτώσεις. Η ιδέα δηλαδή ότι «το προσωπικό είναι πολιτικό» χρησιμοποιήθηκε συχνά εργαλειακά και ωφελιμιστικά για τον εξορθολογισμό προσωπικών συμπεριφορών ως «απλή πολιτική δράση». Δεν μπορεί όμως και να μην επισημανθεί ότι η φεμινιστική σκέψη που αναπτύχθηκε από το απελευθερωτικό κίνημα των γυναικών στις αρχές της δεκαετίας του 1970 έδωσε συλλογική έννοια και διάσταση στις ατομικές εμπειρίες κυριαρχίας, καταπίεσης και εκμετάλλευσης. Η δε «πιο καταπιεστική» από όλες τις συνθήκες είναι να μην υπάρχουν λόγια για να αποτυπωθούν τα συναισθήματα και οι δυσάρεστες καταστάσεις που κάποια γυναίκα βιώνει, την ίδια στιγμή μάλιστα που τα συστήματα πεποιθήσεων της κυρίαρχης κουλτούρας και πνευματικής ζωής της αρνούνται την «πραγματικότητα». Υπό αυτή την έννοια, ορθά έχει σημειωθεί ότι «σε τελική ανάλυση, οι φεμινίστριες του δεύτερου κύματος προσέφεραν στις γυναίκες μια πολύτιμη “δημόσια γλώσσα” για να “σπάσουν τη σιωπή” της προσωπικής ζωής, να εκφράσουν τη δυσφορία τους, να διακοινώσουν τα απελευθερωτικά τους αιτήματα και να αποκτήσουν πρόσβαση στα αγαθά της δημοκρατικής συμμετοχής στα κοινά».

Βέβαια, μόνο και μόνο επειδή ο φεμινισμός βρίσκει μια θέση στο καθημερινό λεξιλόγιο ακόμα και της λαϊκής κουλτούρας, δεν σημαίνει ότι η ιδεολογική δύναμη των αντιφεμινιστικών τάσεων έχει εξαντληθεί ή ότι οι σχέσεις εξουσίας εγγράφονται πια μόνο στο πλαίσιο των τρόπων ψυχαγωγίας. Ειδικά σε ένα πλαίσιο που ο όρος «φεμινίστρια» έχει εξισωθεί με την αντίληψη ότι πρόκειται για κάποια που «μισεί τους άνδρες». Είναι βέβαια μια σειρά από παράγοντες, φορείς και δράσεις που προώθησαν μια απλοϊκή εικόνα της φεμινιστικής θεωρίας και της φεμινίστριας ως πρόσωπο. Υπάρχουν όμως και η διάσταση ότι συχνά ένα φεμινιστικό επίτευγμα δημιουργεί και ακούσιες συνέπειες που ενίοτε προκαλούν αντίρροπες για τα συμφέροντα των γυναικών εξελίξεις, ή ότι η συνεχής και αδιάκοπη επανάληψη περί έκτακτης ανάγκης στα ζητήματα φύλου χρίζει και μια απάντηση στην ερώτηση πώς και γιατί ο φεμινισμός έχει αποτύχει σε κάποιο βαθμό.

Αντίστοιχα, τίποτα δεν θα μπορούσε να είναι πιο ξεπερασμένο από το να επικρίνεται η «πατριαρχία» κατά ένα γενικόλογο και αφαιρετικό τρόπο, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι δεν υπάρχει πιεστική ανάγκη για την ανάλυση των κειμένων και της λειτουργίας των μέσων μαζικής επικοινωνίας όπου ο ίδιος ο φεμινισμός απορροφάται από την ίδια τη βιομηχανία του σεξ. Με αυτόν τον τρόπο την καθιστά ουσιαστικά πιο αποδεκτή δεδομένου ότι φαίνεται να είναι ένα εντελώς φιλικό προς τις γυναίκες φαινόμενο, ενώ ταυτόχρονα ο χώρος του σεξουαλικού θεάματος επιδιώκει να προκαλέσει τις παλιές φεμινίστριες που υποτίθεται ότι είναι εχθροί του. Με άλλα λόγια, τα ζητήματα της σεξουαλικότητας στο πλαίσιο της καθημερινότητας όλων των γυναικών δεν μπορεί να μην αποτελούν συνεχώς αντικείμενο ενδιαφέροντος και επισταμένης ανάλυσης και κριτικής για τη φεμινιστική σκέψη και δράση, ιδίως υπό το πρίσμα της κατίσχυσης της πορνογραφικής αισθητικής στο πλαίσιο της σεξουαλικοποίησης της κυρίαρχης κουλτούρας.