Η ψευδαίσθηση της επικοινωνίας

Συχνά σε μια καινούρια σχέση οι δύο σύντροφοι αισθάνονται ότι η επικοινωνία που έχουν μεταξύ τους είναι ιδιαίτερη, ευχάριστη και ουσιώδης. Αρέσκονται μάλιστα να γνωστοποιούν στον φιλικό τους κύκλο ότι αυτή τη φορά η σχέση αφορά έναν σύντροφο με τον οποίο η επικοινωνία είναι εξαιρετική. Πόσο όμως ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα αυτή η κατάσταση;

Η συγκεκριμένη αίσθηση των δύο συντρόφων είναι εύλογη, αλλά κατά βάση παραπλανητική. Και αυτό γιατί πράγματι η επικοινωνία δείχνει να λειτουργεί καλά, δεν υπάρχουν εντάσεις και διαφωνίες, ο σύντροφος ανταποκρίνεται στους χρονισμούς, τη διάρκεια και το ύφος των συζητήσεων, όλα φαίνονται ιδανικά. Εδώ όμως είναι η παγίδα.

Στην πραγματικότητα, στην αρχή μιας σχέσης δεν επικοινωνούμε με τον άλλο, αλλά κατά βάση «αγοράζουμε χρόνο» μέχρι την στιγμή που θα βρεθούμε από κοντά, που θα βρεθούμε ερωτικά. Πιο συγκεκριμένα, έχουμε κοινωνικοποιηθεί με τέτοιον τρόπο ώστε, αναλόγως και την ταυτότητα που διαμορφώνουμε, «ξέρουμε» να συμπεριφερθούμε και να επικοινωνήσουμε με τέτοιον τρόπο ώστε να καλύψουμε τις προσδοκίες του συντρόφου, να αποφύγουμε δύσκολες ή αμήχανες στιγμές και να «μεγιστοποιήσουμε» τις πιθανότητες διατήρησης της ερωτικής σχέσης.

Αυτή η συναίσθηση του τι και πως πρέπει να επικοινωνήσουμε, εκδηλώνεται με τον πλέον απόλυτο τρόπο στην περίπτωση της διαμεσολαβημένης επικοινωνίας. Οι σύντροφοι, συνήθως πεπειραμένοι γνώστες των δυνατοτήτων που προσφέρει το σύγχρονο τεχνολογικό περιβάλλον, ξέρουν πολύ καλά ότι οι τηλεφωνικές κλήσεις, τα γραπτά μηνύματα, οι επικοινωνίες μέσα από τα κοινωνικά δίκτυα κρύβουν κινδύνους.

Κινδύνους όμως που μέσα από την εμπειρία τους έχουν μάθει να τους προσπερνούν. Γνωρίζουν να αποφύγουν τις κακοτοπιές, ξέρουν πάνω κάτω πώς να διατηρήσουν ζεστό το ενδιαφέρον του άλλου, προσφέρουν στον σύντροφό τους το κομμάτι της εμπειρίας που θέλει να βιώσει όταν δεν είναι μαζί με τον άλλον.

Έτσι, προκειμένου οι δύο σύντροφοι να διαμορφώσουν ένα πλαίσιο μέσα στο οποίο η ερωτική σχέση θα διατηρηθεί, προσφεύγουν στην εύκολη λύση της «επικοινωνίας κατά τα γνωστά». Όμορφα λόγια, επιδερμικές τοποθετήσεις, αποφυγή διαφωνιών. Πρόκειται φυσικά για ό,τι χειρότερο μπορούμε να κάνουμε για να υπονομεύσουμε ουσιαστικά την προοπτική δόμησης μιας μακροχρόνιας, ανοιχτής και ουσιώδους σχέσης.

Και αυτό γιατί όταν σιγά σιγά θα αρχίσει να υποχωρεί το ερωτικό πάθος είτε στον έναν είτε και στους δύο συντρόφους, θα αποκαλυφθούν άμεσα τα ελλείμματα επικοινωνίας. Θα φανεί ότι οι στάσεις και οι συμπεριφορές που συνήθισε, αν όχι «εκπαιδεύτηκε», ο σύντροφός μας να αναμένει δεν ήταν παρά ένα προκάλυμμα της επιθυμίας μας για περαιτέρω συνέχιση της ερωτικής σχέσης.

Τα πραγματικά θέλω του συντρόφου, η πιο αυθόρμητη έκφραση του εαυτού του, η συνολική εικόνα του αρχίζουν πλέον να αποκαλύπτονται σαν μια, άλλοτε ευχάριστη άλλοτε όμως δυσάρεστη, έκπληξη. Με άλλα λόγια, είναι στα όρια της τύχης αν τελικά οι δύο σύντροφοι που στην αρχή δεν εκφράστηκαν ανοιχτά μπορούν τελικά να επικοινωνήσουν ουσιαστικά, να βρουν κώδικες συνεννόησης και να διαμορφώσουν μια σχέση που να μην βασίζεται στα πεπερασμένα όρια της ερωτικής ζωής.

Συνεπώς, είναι σαφές πως στην περίπτωση που δεν θέλουμε να αφήσουμε τα πράγματα στην τύχη, που κρίνουμε ότι ο σύντροφος με τον οποίο έχουμε να κάνουμε φαίνεται να μας ενδιαφέρει και πιο ουσιαστικά, είμαστε υποχρεωμένοι να προστατεύσουμε τον εαυτό μας και την εκκολαπτόμενη σχέση μας προσπαθώντας να σύρουμε τον άλλο σε μια θετική ατζέντα ανοιχτής επικοινωνίας. Μόνο έτσι θα διασφαλίσουμε, κατά το δυνατόν, ότι η σχέση μας χτίζεται σε στέρεα θεμέλια επικοινωνίας που θα αποτελέσουν οδηγό όχι μόνο για την εκπλήρωση των επιθυμιών αναφορικά με την σχέση, αλλά και για την άρση των αναπάντεχων δυσκολιών που θα προκύψουν.