Πορνό και σεξουαλικότητα

Ακολουθεί η βιβλιοκριτική του Λεωνίδα Χατζηθωμά για το βιβλίο μου Πορνογραφικοποίηση: Ιχνηλατώντας τη σύγχρονη σεξουαλικότητα, η οποία δημοσιεύθηκε στο Βήμα της Κυριακής στις 5/5/2019.

Το επιστημονικό ενδιαφέρον γύρω από τα θέματα του φύλου συνεχώς διευρύνεται και αφορά σε όλο και περισσότερους επιστημονικούς κλάδους. Συχνά μάλιστα η έρευνα των έμφυλων ζητημάτων περιλαμβάνει πολυεπίπεδες και διεπιστημονικές προσεγγίσεις, αλλά και τη δημιουργία νέων πεδίων μελέτης. Σε αυτό το πλαίσιο, με το Πορνογραφικοποίηση: Ιχνηλατώντας τη σύγχρονη σεξουαλικότητα εισάγονται ουσιαστικά για πρώτη φορά, σε επίπεδο μονογραφίας και τόσο συγκροτημένα, στην εγχώρια επιστημονική συζήτηση οι σπουδές πορνό. Όπως επισημαίνουν στον πρόλογο τους οι Νίκος Δεμερτζής και Νίκος Μουζέλης, «ο Βαγγέλης Λιότζης είναι από τους ελάχιστους πρώτους κοινωνικούς επιστήμονες που με σύστημα και εις βάθος ανάλυση εισάγει στον ελληνικό ακαδημαϊκό χώρο τις σπουδές πορνογραφίας» (σελ. 16).

Το βιβλίο χωρίζεται σε δύο μέρη. Στο πρώτο μέρος, ο συγγραφέας καταπιάνεται με το θέμα της πορνογραφίας επιχειρώντας να εξετάσει, κατά το δυνατόν, όλες τις πλευρές της ως κοινωνικό φαινόμενο. Εδώ ξεχωρίζει τόσο η προσπάθεια διασαφήνισης ζητημάτων ορολογίας, όπως αυτά της πορνογραφίας και των σπουδών πορνό, όσο και η διαφωτιστική παράθεση της αγγλοσαξονικής κυρίως συζήτησης για την κοινωνική σημασία της πορνογραφίας. Το δεύτερο μέρος, το οποίο είναι και το πιο ενδιαφέρον, εστιάζει στην έννοια της πορνογραφικοποίησης και τις θέσεις που αναπτύσσει ο Λιότζης ως προς αυτή. «Η πορνογραφικοποίηση συνιστά κατά βάση την ένταξη έλλογων/ρηματικών πρακτικών και Λόγων που σχετίζονται με την πορνογραφία στην κυρίαρχη κουλτούρα, τα Μ.Μ.Ε. και τις νέες τεχνολογίες πληροφοριών και επικοινωνίας» (σελ. 159). Ο συγγραφέας υποστηρίζει και επιχειρηματολογεί υπέρ της άποψης ότι η πορνογραφία είναι εδώ, επηρεάζει την κοινωνική μας ζωή και την κοινωνικότητά μας. Είναι ένας καθοριστικός παράγοντας ο οποίος ασκεί επιρροή άμεσα, λόγω της κατανάλωσής της, και έμμεσα, ως κοινωνικό φαινόμενο (πορνογραφικοποίηση), στη συμπεριφορά και στις στάσεις μας. Το βιβλίο του Λιότζη συνεισφέρει σημαντικά στη συζήτηση ενός σύγχρονου κοινωνικού φαινομένου το οποίο είναι σημαντικό να ενταχθεί πιο έντονα στον δημόσιο διάλογο και την επιστήμη.

Πιο αναλυτικά, κατά τον συγγραφέα, «η πορνογραφικοποίηση δεν αποτελεί το αλγεβρικό άθροισμα της μαζικής κατανάλωσης πορνογραφίας, αλλά μια κοινωνική πραγματικότητα στο πεδίο της κουλτούρας που συνιστά και συμπυκνώνει το σωρευτικό αποτέλεσμα της μαζικής κατανάλωσης πορνογραφικών και σεξουαλικών εικόνων, και της πρωτοφανούς ορατότητάς τους στη δημόσια σφαίρα» (σελ. 20). Η εν λόγω έννοια, εκτός του ότι σε γλωσσολογικό επίπεδο αποτελεί ένα αντιδάνειο και ως εκ τούτου περιπλέκεται η σημασιολογική της αποτύπωση, είναι και εξαιρετικά επίμαχη διότι συνοψίζει ως περιγραφή καταφανώς ετερόκλητες τάσεις ως προς τη γενικότερη «διεύρυνση του σεξουαλικού Λόγου» (σελ. 160). Από τη μια οι συντηρητικές και ριζοσπαστικές απόψεις που υπερτονίζουν, με τις όποιες διαφοροποιήσεις τους, τις αρνητικές επιπτώσεις της πορνογραφικοποίησης, και από την άλλη όσοι υποστηρίζουν τον δημοκρατικό και χειραφετικό χαρακτήρα της επιλογής και της έκφρασης.

Ο Λιότζης δεν παίρνει σαφή θέση ανάμεσα σε αυτό το δίπολο, παρά προτιμά να διαλεχθεί κριτικά με τις επιμέρους τάσεις ξεχωριστά. Η προσέγγιση του αυτή, παρά το ότι είναι προφανώς συνεπής με τον νηφάλιο και μετριοπαθή τόνο που υιοθετείται στο σύνολο του βιβλίου, εντούτοις αφήνει κάποια κενά στον αναγνώστη ως προς το ιδεολογικό στίγμα που εκπέμπει. Όσο δηλαδή και αν ο συγγραφέας «κλείνει το μάτι» στην πιο ριζοσπαστική σκέψη, δεν αναιρείται ότι είναι σαφώς κατά των σκληρών κρατικών περιορισμών (σελ. 296) και οι πολιτικές ρύθμισης που προτείνει περιστρέφονται ουσιαστικά γύρω από τον μετασχηματισμό των προγραμμάτων σεξουαλικής αγωγής (σελ. 297).

Παρά ταύτα, οι δύο κεντρικές τάσεις της πορνογραφικοποίησης που προκρίνει κατά την ανάλυσή του ο συγγραφέας, ο μεταφεμινιστικός σεξισμός και η πραγμοποίηση της ηγεμονικής αρρενωπότητας, αποτελούν διακριτές συμβολές στο πεδίο της μελέτης του φύλου. Πρόκειται για δύο επαρκώς θεωρητικά επεξεργασμένες προσεγγίσεις αναφορικά με τις συνέπειες του ευρύτερου φαινομένου της πορνογραφικοποίησης, οι οποίες συνδέονται άμεσα με συγκεκριμένες τάσεις στον δημόσιο διάλογο γύρω από τα σύγχρονα και επίμαχα έμφυλα θέματα. Αναφέρομαι στο ζήτημα του σεξισμού όπως έχει αναδειχθεί εσχάτως από το #metoo κίνημα από τη μια, και στη συζήτηση περί αρρενωπότητας σε κρίση από την άλλη.

Κατά τον Λιότζη, ο μεταφεμινιστικός σεξισμός «στοιχειοθετείται από τη διάχυση σεξιστικών Λόγων και έλλογων/ρηματικών πρακτικών, η οποία υποστηρίζεται/«νομιμοποιείται» κατά αμφίσημο τρόπο από τη μεταφεμινιστική κουλτούρα αλλά, σε κάθε περίπτωση, εδράζεται στην πατριαρχικής λογικής συνέχιση διάφορων έμφυλων δομικών ανισοτήτων και στην αναπαραγωγή ανδροκρατικών στερεοτύπων» (σελ. 272). Από την άλλη, η πραγμοποίηση της ηγεμονικής αρρενωπότητας «συνιστά μια ουσιοποίηση της ανδρικής φύσης, με την έννοια της αντίληψης των αρσενικοτήτων στη βάση μιας μονοσήμαντα οριζόμενης διάστασης […] το μονολογικό αναγωγισμό της ανδρικότητας, αποκλειστικά και μόνο στη σεξουαλική φαλλικότητα» (σελ. 289).

Πρέπει λοιπόν να επισημανθεί ότι η προσπάθεια για ακριβή περιγραφική αποτύπωση των φαινομένων που εξετάζονται και η αναγκαστική χρήση της ορολογίας του πεδίου δυσκολεύουν τον αναγνώστη. Όμως τόσο οι διευκρινήσεις των επιμέρους όρων όσο και η συνθετική λογική που διατρέχει το σύνολο του βιβλίου, προσφέρουν μια ψύχραιμη και διεισδυτική ματιά σε πλέον πολυσύνθετα ζητήματα. Για παράδειγμα, πρόσφατα περιστατικά όπως οι εξελίξεις που αφορούν την εμβληματική για το #metoo κίνημα ηθοποιό Asia Argento, οι αντιδράσεις στον χώρο του γυναικείου τένις για τις τιμωρίες των Alize Cornet και Serena Williams, αλλά και οι διαμάχες για τα ανοιχτού τύπου ανδρικά ουρητήρια στο Παρίσι, αναδεικνύουν τόσο το δημόσιο ενδιαφέρον για τα θέματα του φύλου όσο και την πολυπλοκότητά τους.

Με άλλα λόγια, πέρα από τις ακανθώδεις οικονομικές και αμιγώς πολιτικές υποθέσεις που απασχολούν τη δημόσια σφαίρα, υπάρχουν μια σειρά από άλλα ζητήματα που διχάζουν την κοινή γνώμη, κυρίως όμως συνεχίζουν ή δημιουργούν νέες μορφές δυσχέρειας στη ζωή πολλών από εμάς. Υπό αυτή την έννοια, κάθε μελέτη που φωτίζει όψεις συχνά αδιόρατες στον δημόσιο βίο μόνο ως θετική συμβολή θα πρέπει να λογίζεται και το βιβλίο του Ευάγγελου Λιότζη αποτελεί σαφώς μια πολύ ουσιαστική συμβολή στον χώρο της μελέτης του φύλου.