Η σεξουαλική εργασία

Στο σύγχρονο κόσμο παρατηρείται ένας «εμπλουτισμός» των προσφερόμενων σεξουαλικών υπηρεσιών, με τη σεξουαλική εργασία και την πορνεία να έχουν γίνει πλέον πολύ πιο μαζικά διαφοροποιημένες από ό,τι ήταν ποτέ, με ένα ευρύ φάσμα υπηρεσιών αγοραίου σεξ να παρέχεται και να αναζητείται. Αναφορικά δε με το ορολογικό ζήτημα που ανακύπτει με τις εναλλακτικές χρήσεις των όρων sexual services και commercial sex, πρέπει να διευκρινιστεί ότι δεν συνιστούν απόπειρα γλωσσικής νομιμοποίησης της παροχής σεξουαλικών υπηρεσιών. Ειδικά για το ζήτημα του όρου commercial sex, μπορούν να χρησιμοποιούνται εναλλακτικά τόσο η μετάφραση «αγοραίο σεξ» όσο και «αγοραίος έρωτας», με την τελευταία να συνιστά απλώς την πρόθεση να συμπεριληφθούν τα στοιχεία συναισθηματικής επένδυσης όσων προσφεύγουν στην αγορά σεξουαλικών υπηρεσιών, όπως θα αναφερθεί και στη συνέχεια.

Έτσι, η εργασία στο χώρο του σεξ περιλαμβάνει την ανταλλαγή σεξουαλικών υπηρεσιών, παραστάσεων ή προϊόντων στη βάση κάποιας υλικής αποζημίωσης, κι αφορά δραστηριότητες είτε άμεσης φυσικής επαφής μεταξύ αγοραστών και πωλητών (σεξουαλικές υπηρεσίες σε πορνεία κάθε είδους, προσωπικός χορός σε στριπτίζ, επαφή σε μπαρ με κονσομασιόν), είτε έμμεσης σεξουαλικής διέγερσης (πορνογραφία, παρακολούθηση στριπτίζ από μακριά, τηλεφωνικό σεξ, ζωντανά sex show, ερωτικές παραστάσεις μέσω κάμερας). Το μεγαλύτερο κομμάτι, όμως, της αγοράς είναι η «εσωτερική πορνεία», που συμβαίνει σε οίκους ανοχής, στούντιο, μασατζίδικα, στριπτιζάδικα, μπαρ με κονσομασιόν και μέσω συνεννόησης με συνοδούς κι ανεξάρτητα call girls. Μέσα σ’ αυτό το χώρο αναπτύσσεται κι ένα ιδιότυπο είδος ιεραρχίας σχετικά με το ποιες εργαζόμενες έχουν περισσότερο έλεγχο των εργασιακών τους συνθηκών κι εκφράζουν μεγαλύτερη ικανοποίηση από την εργασία τους, με τα ανεξάρτητα call girls να βρίσκονται στην κορυφή και να έπονται οι συνοδοί, οι εργαζόμενες στα στούντιο και τους οίκους ανοχής και, τέλος, εκείνες των μασατζίδικων.

Ο γενικότερος λοιπόν όρος «σεξουαλική εργασία» προτιμάται ώστε να αναδειχθούν οι εργασιακές διαστάσεις του ζητήματος, χωρίς να υιοθετείται ο πολιτικά φορτισμένος όρος «εργασία στο χώρο του σεξ», ο οποίος, σε κάποιο βαθμό, επιδιώκει να υποστηρίξει την αντίληψη ότι η πορνεία δεν είναι εγγενώς επιζήμια για τις γυναίκες. Υπό αυτή την έννοια, η υιοθέτηση του όρου «σεξουαλική εργασία» επεκτείνει τις συζητήσεις σχετικά με το αγοραίο σεξ ως μια οικονομική κι επαγγελματική επιχείρηση, όπου οι εργαζόμενοι αντιμετωπίζουν διάφορες πιέσεις και καθυποτάξεις, αλλά αντιστέκονται κιόλας για να διατηρήσουν τον έλεγχο πάνω στην εργασία τους. Από την άλλη, βέβαια, υπάρχουν και έντονες επικρίσεις για την υιοθέτηση του όρου «εργασία του σεξ» ως μια προσπάθεια περαιτέρω νομιμοποίησης της πορνείας, για την ονομασία που αποδίδεται στους άνδρες ως «πελάτες» και η οποία κανονικοποιεί τις πρακτικές τους ως μια ακόμα μορφή κατανάλωσης αγαθών, για το βάφτισμα των ιδιοκτητών πορνείων ως «παροχείς υπηρεσιών» και για τη διαστρέβλωση του ζητήματος της διακίνησης γυναικών ως «μετανάστευση για εργασία».

Σχετικά με το τελευταίο, πρέπει να σημειωθεί ότι η βιομηχανία του σεξ και του πορνό από τη μια κι αυτή της διακίνησης γυναικών από την άλλη, παρουσιάζονται ως αλληλένδετες και με παράλληλους βίους, με την έννοια ότι, όταν η μια μεγεθύνεται και γιγαντώνεται, τόσο αυξάνει κι η άλλη. Βέβαια, αν κι έχει υπάρξει ενσωμάτωση ορισμένων τομέων της βιομηχανίας του σεξ, θα ήταν πρόωρο να εξαχθεί το συμπέρασμα ότι η πώληση σεξουαλικών υπηρεσιών, και σε κάθε περίπτωση η διακίνηση γυναικών, έχει πλήρως κανονικοποιηθεί. Γι’ αυτό και η βιομηχανία ενήλικης διασκέδασης στοχεύει στον επαναπροσδιορισμό της βιομηχανίας πώλησης σεξ σε μια συνεχώς εξελισσόμενη και ραγδαία μεταβαλλόμενη αγορά, που δεν καθορίζεται πλέον αποκλειστικά από τις εικόνες καταναλωτών τύπου καμπαρντινάκια, προτιμώντας παράλληλα την αυτόβουλη επιλογή των εργαζόμενων στο χώρο του σεξ. Από την άλλη, πρέπει να επισημανθεί ότι ο εντοπισμός και η παροχή βοήθειας στα θύματα εμπορίας ανθρώπων παραμένει κάτι εξαιρετικά δύσκολο κι ότι η μετανάστευση για εργασία στο χώρο του σεξ είναι μια σύνθετη και πολυεπίπεδη διαδικασία. Υπάρχουν πολλές διαδρομές μετανάστευσης κι εμπειρίες των εργαζόμενων στο χώρο του σεξ, που κυμαίνονται από τον καταναγκασμό και την εκμετάλλευση, μέχρι την επίγνωση, συναίνεση και συνειδητή πρόθεση από την πλευρά τους.

Πάντως, οι κινήσεις που έγιναν τη δεκαετία του 1990 προς την αποποινικοποίηση της πορνείας και συνέβαλαν στην αύξηση της μετανάστευσης για εργασία στο χώρο του σεξ οφείλονται, εκτός από μια σειρά κοινωνικοπολιτικών και νομικών εξελίξεων στο πεδίο της ρύθμισης της αγοράς του σεξ, και σε φεμινιστικές αιτιάσεις, οι οποίες τόνιζαν τη σύνδεση μεταξύ της υποδεέστερης θέσης των γυναικών και της ανδρικής ετεροκανονικότητας, την ανάγκη να εξυπηρετηθούν και να διαδοθούν τα προγράμματα ενημέρωσης για το AIDS και τις ισχυρές αξιώσεις για ευρύτερα δικαιώματα από σεξουαλικές μειονότητες. Έτσι, τόσο οι πολιτικές γύρω από την πορνεία του δρόμου, όσο και η πολιτισμική εξομάλυνση και «κανονικοποίηση» του αγοραίου έρωτα, έχουν διευκολύνει τη δημιουργία «καθαρών και λαμπερών» αστικών χώρων, στους οποίους οι μεσαίας τάξης άνδρες μπορούν με «ασφάλεια» να επιδοθούν σε δραστηριότητες «σεξουαλικής αναψυχής».

Ορθά, πάντως, έχει επισημανθεί ότι συνήθως οι ρυθμιστικές αποφάσεις για τα θέματα της αγοραίας σεξουαλικότητας αντανακλούν κυρίως τις ιδέες και τις αξίες αυτών που τις λαμβάνουν κι όχι όλων των ενδιαφερομένων μερών. Έτσι, η νόμιμη σεξουαλική εργασία, μέσω οίκων ανοχής, αιτιολογήθηκε επειδή η πώληση του σεξ, το κατά το γνωστό κλισέ «αρχαιότερο επάγγελμα στον κόσμο», είναι απίθανο να εξαφανιστεί, η οργανωμένη πορνεία είναι «ορθότερη» από την παράνομη, στο βαθμό που επιτρέπει περιορισμούς στις υπηρεσίες τις οποίες παρέχονται, στους όρους και τις προϋποθέσεις των συναλλαγών, στην ιδιοκτησία των επιχειρήσεων και στις εργασιακές συνθήκες, οι οίκοι ανοχής ως νόμιμες επιχειρήσεις παράγουν φορολογητέα έσοδα, η νόμιμη πορνεία παρέχει μια πολύτιμη υπηρεσία σε ορισμένα άτομα που έχουν επιθυμίες τις οποίες δεν μπορούν να ικανοποιήσουν μ’ άλλο τρόπο, και η οριοθέτηση της παροχής τέτοιων υπηρεσιών σε συγκεκριμένες περιοχές βοηθά στον έλεγχο της εξάπλωσης σεξουαλικά μεταδιδόμενων νοσημάτων, αλλά κυρίως δίνει τη δυνατότητα για περιορισμό των όποιων εγκληματικών δραστηριοτήτων και της εκμετάλλευσης των εργαζόμενων στο χώρο του σεξ.