Οι σχέσεις την περίοδο των γιορτών

Η αλήθεια είναι ότι το στρες των γιορτών την περίοδο των Χριστουγέννων έχει καταδειχθεί πολλαπλώς, κυρίως με τη συμβολή των ψυχολόγων και των ψυχαναλυτών. Μια σειρά από παράγοντες, όπως για παράδειγμα η πίεση να περάσουμε τις τέλειες διακοπές, τα επιμέρους οικογενειακά προβλήματα που ανασύρονται και η απουσία ανθρώπων από τη ζωή μας τους οποίους αναπολούμε, συμβάλλουν στην καλλιέργεια μιας γενικότερης ανησυχίας. Μάλιστα, αυτοί οι παράγοντες δρουν συνήθως αθροιστικά και παράλληλα με άλλες διεργασίες και δράσεις, όπως για παράδειγμα το άγχος των αγορών, η αυξημένη κοινωνικότητα και η κατανάλωση ποτού και φαγητού πέρα από τα συνήθη όρια.

Είναι αυτονόητο λοιπόν να υποθέσει κανείς ότι αυτή η περίοδος μπορεί να αποτελέσει και για τις προσωπικές σχέσεις μια πρόκληση. Το άγχος των γιορτών μεταφέρεται στους συντρόφους, από την απλή επικοινωνία έως τη σεξουαλικότητά τους. Είναι στη βάση αυτή που αναγνωρισμένοι οργανισμοί δίνουν χρηστικές συμβουλές για την άρση του στρες των διακοπών, όπως για παράδειγμα την ανάγκη να βρούμε χρόνο αποκλειστικά για τον εαυτό μας και την κριτική αξιολόγηση των υπερβολικών προσδοκιών για την εν λόγω περίοδο.

Αρκεί όμως αυτού του τύπου η αντιμετώπιση στις αγχωτικές διαστάσεις των γιορτών; Συχνά, ναι. Όμως φαίνεται πως πίσω από την πλέον αναγνωρίσιμη περίπτωση της περιόδου των Χριστουγέννων κρύβεται ένα γενικότερο ζήτημα που επηρεάζει τις προσωπικές σχέσεις. Αυτό του χρονισμού (timing).

Πιο συγκεκριμένα, συνήθως αντιλαμβανόμαστε τον χρόνο μιας σχέσης με γραμμικό τρόπο, δηλαδή ως μια συνεχόμενη διάρκεια. Αυτό όμως συνιστά μια εξ ορισμού περιοριστική και ουσιαστικά μυωπική προσέγγιση. Οι προσωπικές σχέσεις δομούνται και περιστρέφονται γύρω από τρόπους ζωής που σχετίζονται όχι μόνο με το ημερήσιο ή εβδομαδιαίο πρόγραμμα, αλλά και αυτό του χρόνου ή και ακόμα πιο μακροπρόθεσμα.

Έτσι, παρά την φθορά της επανάληψης, ο βραχυπρόθεσμος τρόπος ζωής μας φαίνεται πιο οικείος και υπό αυτή την έννοια πιο διαχειρίσιμος. Αυτό όμως δεν συμβαίνει με τα σημεία αναφοράς (benchmarks) που χαρακτηρίζουν την ημερολογιακή και εποχιακή συγκρότηση του χρόνου (π.χ. τα Χριστούγεννα, η απαρχή της άνοιξης, οι διακοπές καλοκαιριού, η επιστροφή του φθινοπώρου), αλλά και τη ζωή ενός ανθρώπου στο βάθος του χρόνου (π.χ. η καμπή των τριάντα και των σαράντα ετών).

Με άλλα λόγια, ενώ η καθημερινότητα με την στενή έννοια αποτελεί μια μορφή αλλοτρίωσης λόγω της διαρκούς επανάληψης, η προσδοκία του διαφορετικού που συνοδεύει τους εκάστοτε χρονισμούς μετακυλίει συχνά ως άγχος την αγωνία ενός ή και των δύο συντρόφων να προσαρμόσουν τη ζωή τους, και άρα την σχέση τους, στις «απαιτήσεις» της καινούριας περιόδου που έρχεται.

Σε μια κοινωνική πραγματικότητα όπου, λόγω και της μακρόχρονης κρίσης, η έννοια της αλλαγής έχει συνδεθεί σε μεγάλο βαθμό με τη χειροτέρευση των πραγμάτων, είναι αναμενόμενο να υπάρχουν φοβίες και ανασφάλειες αναφορικά με οτιδήποτε διαφοροποιεί τον τρόπο ζωής μας. Αυτό όμως είναι ένα στοίχημα που πρέπει να κερδηθεί για όλους, για τις σχέσεις μας και για τον καθένα ξεχωριστά. Μια καλή στρατηγική για να τα καταφέρουμε είναι η γενικότερη απαξίωση των χρονισμών. Η προσπάθεια δηλαδή για αποτίναξη της μη παραγωγικής πίεσης τους. Προσπάθεια που περιλαμβάνει τη συνειδητοποίηση ότι κάθε στιγμή έχει σημασία. Έτσι, θα έχουμε τη δυνατότητα και την άνεση τόσο για να αξιολογούμε την κάθε περίσταση ψύχραιμα, όσο και για να βιώνουμε «σχετικά απερίσπαστα» τις θετικές όψεις των γιορτών, των διακοπών, των χρονικών και εποχιακών αλλαγών.