H άλλη όψη του Sex and the City

sex-and-the-city

Είναι δεδομένο πως το κείμενο που απασχόλησε πιο έντονα την επιστημονική, φεμινιστική και μη, σκέψη αναδεικνύοντας έτσι μια σειρά από επισημάνσεις και επιφυλάξεις για το διθυραμβικά αρχικά εκθειαζόμενο χειραφετικό και απελευθερωτικό Λόγο που το χαρακτήριζε, είναι το Sex and the City. Πρόκειται για μια σεξουαλικά γαργαλιστική κωμική τηλεοπτική σειρά, η οποία βασίζεται εν μέρει στο αυτοβιογραφικό κατά βάση βιβλίο Sex and the City (1997) της Candace Bushnell και χαρακτηρίζεται από μια σαφέστατη επιρροή από την αισθητική των ταινιών του Woody Allen. Το δε format του με τους συχνούς αφηγηματικούς και εξομολογητικούς μονολόγους κατά τα πρότυπα των τηλεοπτικών εκπομπών που βασίζονται στις συνεντεύξεις πραγματικών ανθρώπων, έδωσε τη δυνατότητα για μια πιο ενεργή δέσμευση του τηλεοπτικού κοινού με τη σειρά. Παρά δηλαδή την αρχικά επίφοβη χρήση της πρώτου προσώπου αφήγησης που παραπέμπει σε περιπτώσεις παράθεσης δυσεπίλυτων προβλημάτων όπως αυτές παρουσιάζονται σε γυναικεία περιοδικά και talk shows, το όλο πλαίσιο της εκλεπτυσμένης κωμωδίας με τις πνευματώδεις ατάκες και τις στιγμές ενδοσκόπησης της ηρωίδας λειτούργησαν έτσι ώστε να προκρίνεται η ικανότητα των πρωταγωνιστριών να αντιμετωπίζουν επιτυχημένα τα προβλήματά τους.

Πιο αναλυτικά, το Sex and the City προκάλεσε μια σειρά από «απαγορεύσεις και καθιερωμένα ταμπού», συμβάλλοντας έτσι στο να μπορούν οι γυναίκες να αφηγούνται τις σεξουαλικές ιστορίες τους και να μιλούν για το σεξ με διαφορετικό τρόπο – με το χιούμορ εδώ να αποτελεί το πλέον κεντρικό μηχανισμό άρσης του πέπλου της σιωπής και αποκάλυψης της «γυναικείας άποψης» περί σεξ. Αποτελεί ένα εμβληματικό κείμενο για τον εορτασμό και την αποθέωση της γυναικείας σεξουαλικότητας, με τις σεξουαλικές περιπέτειες των πρωταγωνιστριών να γίνονται πηγή αναστοχασμών και αυτοεξέλιξης. Η «ειδίκευση» εδώ της κεντρικής ηρωίδας στα σεξουαλικά ζητήματα προέρχεται από τις βιωματικές της εμπειρίες και όχι από κάποια γνώση ή θεωρητική κατάρτιση, για αυτό και ο εν λόγω συνδυασμός παρατήρησης από μακριά και έντονης συναισθηματικής εμπλοκής σε ερωτικές σχέσεις, της επιτρέπει να είναι ταυτόχρονα ένας αναστοχαστικός αφηγητής αλλά και ένας φορέας δράσης.

Προοδευτική και χειραφετική κατεύθυνση έχει σε πολλές όψεις του και το μεταφεμινιστικό στυλ που διατρέχει τη σειρά και επανατοποθετεί τις γυναίκες σε σχέση με τους άνδρες, πέρα βέβαια από τον πρόδηλα πολλές φορές σεξιστικό χαρακτήρα του. Για παράδειγμα, η ηρωίδα της σειράς χρησιμοποιεί με έναν παιγνιώδη τρόπο τον όρο «τσούλα» (slut), ο οποίος σηματοδοτεί μια απομάκρυνση από το παραδοσιακό μοντέλο του ρομαντικού θηλυκού και αντλεί θετικές συνδηλώσεις από τη συσχέτισή του με μια αρσενική αισθαντικότητα που γίνεται αντιληπτή ως επιθετική, επεισοδιακή, απολαυστική, επικίνδυνη και κυρίως δημόσια. Σε αυτό το πλαίσιο, τα αντιθετικά σχόλια στη δημόσια συζήτηση για τις πρωταγωνίστριες του Sex and the City είναι η μόνιμη επωδός, με την έννοια ότι θεωρούνται «είτε πολύ είτε καθόλου» φεμινίστριες, στη βάση ότι ταυτόχρονα απολαμβάνουν το σεξ, αναρωτιούνται αν είναι τσούλες, μισούν τους άνδρες αλλά και εξακολουθούν να ψάχνουν για την «τέλεια και σωστή» εκδοχή τους.

Αναφορικά δε με το τελευταίο, πρόκειται για το κεντρικό ειδύλλιο της ηρωίδας που ως κ. Μεγάλος (Mr. Big) αποτελεί έναν ήρωα που παραμένει πάντα ανώνυμος, ένα αρχετυπικό φαλλικό σύμβολο με κύριους άξονες αναφοράς το ύψος του, τον πλούτο του, την κοινωνική του θέση και τις σεξουαλικές ικανότητές του. Στη σειρά βέβαια δεν προωθείται ο πλούτος του κ. Μεγάλου ως ο σημαντικός παράγοντας για τις επιλογές της ηρωίδας, αλλά είναι ξεκάθαρο ότι ο κ. Μεγάλος έχει να κάνει μόνο με μια φαλλικά προσανατολισμένη λεκτική απόδοση του «τέλειου αρσενικού». Και αυτό διότι αναφορικά με το ζήτημα του πλούτου και των ανέσεων, είναι οι διαστάσεις της κοινωνικοοικονομικής αυτοτέλειας των γυναικών που προτάσσει η μεταφεμινιστική αφήγηση και που σε κάθε περίπτωση δεν θα «επέτρεπαν» την υποψία της οικονομικής τους εξάρτησης. Έτσι, μια πρώτη ανάγνωση δεν θα μπορούσε να μην περιστρέφεται γύρω από μια «αυταπόδεικτη», στερεοτυπική αντίληψη περί της, κοινωνικά κατασκευασμένης ή μη, «εμμονής και προτίμησης» των γυναικών στο μεγάλο ανδρικό πέος και τις ιδιαίτερες σεξουαλικές δεξιότητες του, σύμφωνα με μια νατουραλιστική θεώρηση, «άλφα-αρσενικού» (alpha-male). Όμως, ενώ ο κ. Μεγάλος αποτελεί ένα ουσιοκρατικά προσανατολισμένο πρότυπο της φαλλικής ηγεμονίας, η ηρωίδα είναι μια μάλλον «μέτρια», κατά τα κυρίαρχα πρότυπα της δυτικού τύπου αστικής ομορφιάς, γυναίκα που συνέχεια παραπονιέται, γκρινιάζει και περισυλλογίζεται σε «μάλλον υπερβολικό βαθμό» για όλα τα ζητήματα που αφορούν τις προσωπικές τις σχέσεις, πάντα σε μια μόνιμη αναμονή για τον κ. Μεγάλο.

Υπό αυτή την έννοια, όντως η λυτρωτική παρουσία του κ. Μεγάλου πραγματώνει το μεταφεμινιστικό παραμύθι σύμφωνα με μια καταδηλωτική ανάγνωση. Θα μπορούσε όμως και να ειπωθεί ότι σε ένα συμπαραδηλωτικό επίπεδο υφίσταται και μια ανάγνωση της ιστορίας σύμφωνα με την οποία η φαλλική πρωτοκαθεδρία του ήρωα «επιβραβεύεται» με μια γυναίκα σαν το κεντρικό πρόσωπο της σειράς. Όσο δηλαδή και αν μια τέτοια προσέγγιση ξεφεύγει, σε κάποιο βαθμό, από τα όρια της επιστημονικά προσανατολισμένης πολιτικής ορθότητας, δεν μπορεί να μην σημειωθεί ότι μια, προφανώς ανδροκεντρική και βασισμένη σε παρωχημένα στερεότυπα, προσέγγιση της σειράς στη βάση ότι «το άλφα-αρσενικό “τιμωρείται” με ένα βήτα-θηλυκό», ενδέχεται να λειτουργεί «απελευθερωτικά και ανακουφιστικά» για τους άνδρες που δεν έχουν όλα εκείνα τα χαρακτηριστικά που θα τους επέτρεπαν να ταυτιστούν με τον κ. Μεγάλο. Με άλλα λόγια, μπορεί η επιθετική φιγούρα της Σαμάνθα να «φοβίζει» μια μερίδα ανδρών γιατί δεν αισθάνονται ότι μπορούν να «ανταποκριθούν στις απαιτήσεις της», την ίδια ώρα όμως η κεντρική ηρωίδα Κάρυ τους «ησυχάζει» αφού, παρά τη μέτρια εμφάνιση και τη συνεχή γκρίνια της, δεσμεύει, αποσπά και απομακρύνει τον κ. Μεγάλο από το σκληρά ανταγωνιστικό πεδίο των σεξουαλικών και προσωπικών σχέσεων.