Η σεξουαλικοποίηση του γυναικείου σώματος

Υπάρχει μια γενικότερη τάση οι αναπαραστάσεις του γυναικείου σώματος στα μέσα μαζικής ενημέρωσης να το προκρίνουν ως ένα «άτυπο ερωτικό εμπόρευμα». Εδώ το σώμα παρουσιάζεται ως εάν αποτελεί την κύρια, ενίοτε μοναδική, πηγή κεφαλαίου για τις γυναίκες, μια συνθήκη που παρά το γεγονός ότι παρουσιάζεται ως μια «αρχέγονη» κατάσταση, εντούτοις αποτελεί ένα σύγχρονο φαινόμενο. Σύγχρονο με την έννοια ότι τα γυναικεία σώματα, με πλέον εμφανή τρόπο και συχνά σε υπερβολικό βαθμό, αξιολογούνται, ελέγχονται αυστηρά, «διαμελίζονται» και, εν τέλει, αντικειμενοποιούνται με διαφορετικούς τρόπους από αυτούς των παλαιότερων κοινωνιών. Με άλλα λόγια, τόσο η αντικειμενοποίηση και ο κατακερματισμός του γυναικείου σώματος, όσο και η γενικότερη εμπορευματοποίηση του σώματος αυτού καθαυτού, λαμβάνουν χώρα σε ένα πλαίσιο που έχει γίνει κοινός τόπος ότι ο καταναλωτικός πολιτισμός έχει ιδιαίτερη εμμονή με το σώμα. Πιο ειδικά, το σώμα εδώ αποτελεί το σημείο τομής δύο αντιφατικών καθεστώτων. Από τη μια πρόκειται για μια μορφή πολιτισμικής παραγωγής με όρους πειθαρχίας, ένα καταναγκαστικό δηλαδή πανοπτικόν που προσανατολίζεται προς την παραγωγή πειθήνιων σωμάτων, και από την άλλη μια μορφή πολιτισμικής παραγωγής που αρθρώνεται γύρω από μια κουλτούρα του εαυτού και της εξατομίκευσης, και που εναποθέτεται πλήρως στις βολονταριστικές δυνάμεις της ιδιότητας του φορέα δράσης.

Το midriff, για παράδειγμα, το κομμάτι δηλαδή του γυναικείου σώματος γύρω από το στομάχι που αναδεικνύεται μέσα από συγκεκριμένα ρούχα και επιτρέπει στις γυναίκες που έχουν σκουλαρίκι στον αφαλό και τατουάζ λίγο πάνω από τα οπίσθια να το προβάλλουν, αποτέλεσε ένα εμβληματικό σύμβολο από τα μέσα της δεκαετίας του 1990 μέχρι και τα μέσα της δεκαετίας του 2000 της νέας, ελκυστικής, ετεροφυλόφιλης, δυναμικής γυναίκας που εν γνώσει και εκ προθέσεως παίζει με τη σεξουαλική της εξουσία. Γυναίκες όμως μεγαλύτερης ηλικίας, υπέρβαρες και που δεν υιοθετούν την κανονιστικού τύπου σύγχρονη εκδοχή της «γυναικείας ελκυστικότητας» εξαιρούνται από τον «απολαυστικό και χειραφετικό» κόσμο των διαφημίσεων με midriff εμφανίσεις των γυναικών. Καθίσταται σαφές λοιπόν πως η φεμινιστική σκέψη θα πρέπει να αρθρώσει ένα λόγο αντίστασης στις υπερσεξουαλικές απεικονίσεις γυναικών όπως αυτή του midriff (κατά προτίμηση με αντίστοιχες αστείες, δυναμικές, χωρίς αποκλεισμούς και «σεξουαλικά θετικές»), να επανεξετάσει τις έννοιες της προσωπικής ισχύος και της επιλογής με πιο αυστηρούς, ανακλαστικούς και «πονηρευμένους» τρόπους, και να πιέσει προς ή να συμβάλλει στη δημιουργία περισσότερης ποικιλίας στις αναπαραστάσεις του φύλου και της σεξουαλικότητας.

Οι προτάσεις αυτές εντάσσονται σε ένα γενικότερο πλαίσιο κριτικής αναφορικά με το ότι οι πρακτικές ομορφιάς δεν σχετίζονται με την ατομική επιλογή των γυναικών ή ενός «έλλογου χώρου» δημιουργικής τους έκφρασης, άλλα αποτελούν μια σημαντική πτυχή της γυναικείας καταπίεσης. Τα «αρνητικά» δηλαδή στερεότυπα είναι τόσο διάχυτα στη σύγχρονη κουλτούρα, που όσοι στιγματίζονται από τη μη αναπαραγωγή τους έχουν λεπτομερή και εις βάθος γνώση των καταγγελτικών, κατά βάση, χαρακτηριστικών που τους προσάπτουν. Επειδή δε στα διάφορα μέσα οι εικόνες της ιδανικής γυναικείας ομορφιάς τονίζουν ιδιαιτέρως τη λεπτότητα, η έκθεση σε αυτές τις εικόνες, με την έννοια της σύγκρισης με το σώμα της γυναίκας που τις καταναλώνει, μπορεί να δημιουργήσει μια αίσθηση αμηχανίας, να επηρεάσει την ικανοποίηση των γυναικών με το σώμα τους και, με τη σειρά του, την αυτοεκτίμησή τους. Σε αυτή την κοινωνική πραγματικότητα «το σώμα είναι το μήνυμα». Για αυτό και ορθά προτείνεται στις γυναίκες να αμφισβητήσουν τους κατασταλτικούς κώδικες του φόβου, της ενοχής και της απέχθειας στο παχύ σώμα, να αναζωπυρώσουν την επιθυμία τους και να παραβιάσουν και να υπερβούν τους κανόνες της κοινωνικής τάξης και ιεραρχίας που κατασκευάζει η φετιχοποίηση του γυναικείου σώματος.